λήθη


λήθη
[лити] ουσ. Θ. забвение,

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "λήθη" в других словарях:

  • Λήθη — forgetting fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λήθη — forgetting fem nom/voc sg (attic epic ionic) λῆθος neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) λῆθος neut nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λήθῃ — Λήθη forgetting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λήθη — Ονομασία, στην αρχαιοελληνική μυθολογία, ενός από τους ποταμούς του Άδη. Από εκεί έπιναν νερό οι ψυχές των νεκρών για να ξεχάσουν την προηγούμενη ζωή τους. Ο Αριστοφάνης ονομάζει έτσι και μια πεδιάδα του Άδη, ενώ την ίδια ονομασία έφερε και μια… …   Dictionary of Greek

  • λήθη — η το να ξεχνάει κανείς, η λησμονιά: Έριξε στη λήθη όλα όσα τον βασάνιζαν …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λήθῃ — λανθάνω escape notice pres subj mp 2nd sg λανθάνω escape notice pres ind mp 2nd sg λανθάνω escape notice pres subj act 3rd sg λήθη forgetting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λήθηι — λήθῃ , λανθάνω escape notice pres subj mp 2nd sg λήθῃ , λανθάνω escape notice pres ind mp 2nd sg λήθῃ , λανθάνω escape notice pres subj act 3rd sg λήθῃ , λήθη forgetting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Λήθηι — Λήθῃ , Λήθη forgetting fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Лета — (Λήθη = забвение): 1) дочь Эриды, мать харит. 2) Источник и река Забвения в подземном царстве. По прибытии в подземное царство умершие пили из этой реки и получали забвение всего прошедшего; наоборот, те, которые появлялись обратно на землю,… …   Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • λᾶθαι — λήθη forgetting fem nom/voc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)